← All sections

Ποίηση

Poetry in Greek

From the collections “Sgouros vasilikos”, “Monotoxa”, “Tis petras kai tis mnimis” and others.

ΠΟΡΤΕΣ ΚΛΕΙΣΤΕΣ

Χορταριασμένες οι αυλές.Πόρτες κλειστές,μανταλωμένες,που μόνον ο Χάρονταςτις δρασκελάκι η Αρετή από τα ξένα.

ΑΣΠΡΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Πετούν δυο χελιδόνια,πάνωαπ’ τη στέγη του σπιτιού.

Πότιζε η μάνα μουδυο άσπρες τριανταφυλλιές.Πάνω,απ’ το μαύρο της μαντήλι,δυο μέλισσεςμιλούσαν με την Άνοιξη

(Νέα εστία, Μάρτιος 2019, από τη Συλλογή «Σγουρός βασιλικός», εκδ. του Φοίνικα, Αθήνα 2011)

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Μούστοπατημένων σταφυλιών,Μοσχοβολάει το χωριόκαι φλέγεταιο αέρας μεθυσμένος.

Ένα κορίτσι πέταξεμέσ’ απ’ το στενό.

ΠΕΤΡΙΝΟ ΑΛΩΝΙ

Στο χέρσο χωράφιστη σιωπή,το πέτρινο αλώνι ξεχασμένο.

Μαυρολογούν οι πέτρες του,της λησμονιάς οι πέτρεςκαι του θρύλου.Του Κωνσταντίνου η φωνή,του Χάροντα το βογγητό,τις μνήμες ζωντανεύουν.

(«Σγουρός βασιλικός», Εκδ. του ΦΟΙΝΙΚΑ, 2011 Αθήνα)

ΠΡΑΣΙΝΟ ΛΙΒΑΔΙ

Δεν μιλούσε…Την είδανα βλέπει σιωπηλήτο βάλς των λουλουδιώνστο πράσινο λιβάδι,τις μεθυσμένες παπαρούνες.

Το χέρι της μετέωρο,προς τις γυμνέςπαρθένες μαργαρίτες.

Κοιτούσε πέρα, σιωπηλή…Τα μόνα που μιλούσαν,τα χρώματαστο πρόσωπό της.

ΜΙΚΡΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Απ’ όπου κι αν περάσω,η πόλη με λερώνει…

Σε σκουπιδότοπουςσκοντάφτω, σε πολιτικάντηδεςκαι κάδους απορριμμάτων.

Σε βρώμικα δρομάκια,σε μικρές πλατείες,τσακώνονται οι σκύλοι.Σε σταυροδρόμια,δαγκώνουν τους περαστικούςπολιτικοί και συνδικάτα.

Απ’ όπου κι αν περάσω,η πόλη με λερώνει!

(Απ’ τη συλλογή «Μονότοξα» εκδ. ΟΡΟΠΕΔΙΟ, Αθήνα, 2018)

ΙΟΝΙΟ

Βρεθήκαμε στην άμμο την καυτήπαιδιά της πέτρας και του Ιονίου,άγρυπνοι προσκυνητές και σιωπηλοί.

Ανέβηκε στο βράχο το γυμνό,γυμνή και ανθισμένη,τόξο θανατηφόροστου ήλιου τα χέρια.

Προσεύχεται…Τα μάτια της κλειστά,προς τον βαθύ τον ουρανόπροσηλωμένη.Άγαλμα ορειχάλκινοψημένοστην άμμο του καλοκαιριούτου Ιονίου.

Κάτω,στου βράχου τα πόδια τ’ αλμυρά,ρίγη της θάλασσας και αναφιλητά.Και στα δικά της πόδια τα γυμνάη γεύση του καλοκαιριούοπού μας έλειψε.

ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΟΥ ΝΕΒΑ

(Αφροδίτη της Ταυρίδας)

Πως βρέθηκε εδώ, θεά της ψυχής μου,ολόγυμνη και όμορφηστην ψυχρή πόλη του Βορρά;Αιχμάλωτη στ’ ανάκτορα της μοναξιάςμε την αρμύρα του Αιγαίουστα φιλήδονα χείλη!

Τρικυμισμένη ομορφιά,φως ηδονικό της Μεσογείου.

Οι νύχτες απλώνουν φως ερωτικόκι ο ίμερος την πόλη κατακλύζει.Εσύ στ’ Ανάκτορα του μακρινού Βορράκαρτερική αγάπη και θλιμμένη.

Όταν κάτω απ’ το γαλατένιο, παράξενο φωςη πόλη θα γιορτάζει μεθυσμένη,των Ανακτόρωνθ’ ανοίξω τις πόρτες τις βαριέςκι ας με κυνηγούν όλοι οι θνητοί, οργισμένοι.Ελεύθερη και λαμπερήτις γέφυρες του Νέβα να περάσειςκι εγώ,το μεγαλείο της στιγμής, δίπλα σου να ζήσω!

ΤΟΠΙΑ ΟΡΕΙΝΑ

Αυτός που κραυγάζοντας ροβολάειαπ’ τα Κεραύνια,είναι ο θυμωμένος άνεμοςόπου χτυπιέται στα βράχια κι απειλείτα έρημα, γερασμένα σπίτια –της νύχτας φαντάσματαπου αντιστέκονται με πείσμα.

Οι φωνές που σαν μακρινές προσευχέςανεβαίνουν προς τον ουρανόσαν ήχοι καμπάνας που σβήνουν,δεν είναι κλάματα μωρών κι ούτεαντρικές λογομαχίες.

Αγέρηδες είναι, που στο πέρασμά τουςπαλιά παράπονα ξυπνούν,φωνές καταγραμμένες στις πέτρες,γερόντων στεναγμούς από τα περασμένακι απ’ τις αυλές του χθέςανάσες ξεχασμένων λουλουδιών.

ΜΝΗΜΕΣ ΒΡΟΧΗΣ

(Απόβραδο στη Σιγγιδόνα)

Στη Σιγγιδόνα η βροχήδεν είναι μόνον νοσταλγίακαι πένθιμη μουσική,νότες μελαγχολίας στη νοτισμένη γηή της Αργούς το πέρασμα από την Παννονία.

Αυτή η βροχή,δεν είναι μόνον μακρόσυρτοηπειρώτικο μοιρολόι σε ξένη γη.

Θλιμμένος ουρανός, εικόνα θολή,πόνος βουβός ο Δούναβης, πόνος βαθύςοδύνη της λυπημένης βροχής.Στη Λευκή Πόληείναι και δρόμος μνήμης η βροχή…

Ουράνιο τόξοστεφανώνει τον Πύργο του Βελεστινλή,την ώρα που στης Παννονίας το απόβραδοστο βάθος του ορίζοντα και στις ομίχλες του ονείρουαχνοφέγγει και χάνεται η Αργώ…!

(Απ’ τη συλλογή «Της πέτρας και της μνήμης», εκδ. ΦΙΛΥΡΑ, Αθήνα 2021)

ΠΕΤΡΕΣ ΚΑΙ ΛΕΞΕΙΣ

Πέτρα την πέτρακαι λέξη τη λέξη πορεύομαι.Οι δρόμοι μου στενοί –βράχια και θάλασσα,δύσκολα περάσματα.

Η μόνη μου συντροφιά,άγριες κραυγέςθαλασσινών αρπακτικών.

Η μοίρα μου,λόγια και πέτρες στη λησμονιάστη χώρα της Χίμαιρας,δέντρα που ανεμοδέρνονταιστ’ Ακροκεραύνια!

(Περιοδικό «Οροπέδιο» Αριθ. 27, 2024)

ΕΡΗΜΟΚΛΗΣΙΑ

Μονόδρομοι της λησμονιάςχωρίς επιστροφή,αρχαίοι στίχοι που με οδηγούνσε άγρυπνα ερημοκλήσια, ξεχασμένα

στο βράχο τον ερημικόοπού πενθεί η ορφανή,του φεγγαριού και του γκρεμούη μηλίτσα,

οπού πενθεί η ορφανήμε τα χλομά, χρυσά της μήλα,

δρόμοι του θρύλουκαι της νυχτιάς της σιωπηλήςοπού περνούν δίπλα απ’ τονπαλικαριών το κοιμητήριο

εκεί που εν ειρήνηαναπαύονται οι νεκροί,στον τάφο του αντρειωμένουοπού βογκά και βαριαναστενάζειαπ’ το βαθύ του μνήμα, το χορταριασμένο.

(Ανθολογία, «Βαλκάνια – Σύγχρονη Λογοτεχνική Ανθολογία» Εκδόσεις Μαϊστρος, 2025)