Οστεοθραύστης και ιαματοποιός ο Vaggelis Zafiratis, Βαγγέλης Ζαφειράτης, μάς ξεναγεί. «Το κράξιμο του κόρακα».
Στη μοναξιά του ποιητή, στη μοναξιά του τόπου του, στη μοναξιά των τόπων που κάποτε ανθούσαν. Ο κόρακας που παίρνει «τα ρίθια ένα ένα», περνάει από την κυριολεξία στη μεταφορά. Ποιος μπορεί να είναι ο κόρακας; Ποιοι απέμειναν πια όταν χανόμαστε στον δρόμο; Χάσαμε τον δρόμο; Κυριολεξία ή μεταφορά;
Η συλλογή διηγημάτων του Ζαφειράτη, δεν αφορά μόνο την Βόρειο Ήπειρο που είναι η καταγωγική τους αναφορά. Τα διηγήματα είναι γραμμένα -χωρίς να το ξέρει ο συγγραφέας του- για το χωριό του, εδώ κι εκεί, παντού. Όχι πουθενά.
Έχουν μυθοπλαστικά ονόματα οι άνθρωποι, έχουν τόπο, δικούς κι εχθρούς, δικαιώνουν και δικαιώνονται.
Με την μοναξιά μιας μειονότητας, που έζησε έναν πόνο που μπορεί να μοιράζεται με αυτούς που νιώθουν τον πόνο τους δικόνε τους και των άλλωνε.
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, όπως ο ίδιος δήλωσε, αυτό που αισθάνθηκε σαν καταξίωση ήταν η συγκίνηση ενός Νοτιοκορεάτη για τον ελληνικό εμφύλιο που περιέγραψε στους εφιάλτες του.
Θυμήθηκα την ταινία, που χάρη στον Σταύρο Κούβαρη, απολαύσαμε ένα βράδυ κάποτε στον Πόρο στη Χατζοπούλειο. Το «Γράμμα από την Αμερική». Ο πρωταγωνιστής ψάχνει από ερημωμένο χωριό, σε ερημωμένο χωριό στη Βουλγαρία ένα δημοτικό τραγούδι που ακόμα κι οι μπάμπες-οι γριές το θυμούνται με αποσπάσματα. Του το έχει ζητήσει να το βρει ο φίλος του που πεθαίνει και θέλει να το ακούσει. Έχει πάρει σβάρνα τα χωριά και στο τέλος με μια κάμερα το συνθέτει και του το στέλνει. Ο φίλος του έχει πεθάνει και μια κάμερα δείχνει τον Κορεάτη συγκάτοικο, του απωλεσθέντα φίλου του, να το τραγουδάει.
Αυτό το road moovie που σκηνοθετεί ο Ζαφειράτης, που μάς σπάει τα κόκαλα και μάς γιαίνει, μέσα από μοναχικές και ταυτόχρονα συλλογικές ιστορίες μνήμης, ικανοποιεί και λυτρώνει. Γιατί η πίστη στον άνθρωπο, με όσα κουσούρια φέρνει, είναι ισχυρή και ξεπερνάει και τους ίδιους μας.
Δεν είναι βιβλιοκριτική, δεν το 'χω, είναι συγκίνηση.
Αναμένω μόνο περισσότερη λουκουμόσκονη στη φύση που έχει διανύσει στα ποιήματά του. Σαν τον Βέγγο που τής πετάει το μπισκότο.